βαρύφρων

βᾰρῠ-φρων, ον, gen. ονος, ([etym.] φρήν)
A heavy of mind, melancholy, gloomy,

συντυχίαι Lyr.Adesp.140.8

;

Αἰήτης A.R.4.731

; savage,

ταῦρος Lyc.464

; cruel,

δαίμων Opp.H.4.174

.
2 weighty of purpose, grave-minded, Theoc.25.110.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βαρύφρων — ( ονος), ο, η (AM) 1. (για ζώο) άγριος 2. (για άνθρωπο) απολίτιστος αρχ. 1. βαρύθυμος 2. σκληρός, άσπλαχνος 3. σταθερός, αποφασιστικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < βαρύς + φρων < φρην ( ενός) «νους, καρδιά»] …   Dictionary of Greek

  • βαρύφρων — heavy of mind masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρύφρονα — βαρύφρων heavy of mind neut nom/voc/acc pl βαρύφρων heavy of mind masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρυφρόνων — βαρύφρων heavy of mind gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρύφρονι — βαρύφρων heavy of mind dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρύφρονος — βαρύφρων heavy of mind gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρυ- — α συνθετικό λέξεων, κατά κύριο λόγο επιθέτων, της αρχαίας, μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής, με μεγάλη παραγωγικότητα. Τα σύνθετα με το βαρυ εμφανίζονται με τις ακόλουθες σημασίες: Την κυριολεκτική σημασία του επιθέτου βαρύς («αυτός που έχει βάρος …   Dictionary of Greek

  • βαρυφροσύνη — βαρυφροσύνη, η (Α) [βαρύφρων] 1. δυσθυμία 2. αγανάκτηση …   Dictionary of Greek

  • φρην — η / φρήν, ενός, ΝΜΑ, και δωρ. τ. φράν Α (λόγιος τ.) 1. συν. στον πληθ. οι φρένες και αἱ φρένες ο νους, ο εγκέφαλος, η διάνοια, το μυαλό, το λογικό 2. φρ. «έξω φρενών» εκτός τού λογικού νεοελλ. φρ. α) «είμαι [ή γίνομαι] έξω φρενών» (για πρόσ.)… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.